ανθοφορώ


ανθοφορώ
ανθοφορώ βλ. πίν. 73 (κυρίως στον ενεστ. και παρατατ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανθοφορώ — (AM ἀνθοφορῶ, έω) 1. (για φυτά) παράγω, βγάζω άνθη 2. είμαι στολισμένος με άνθη 3. κρατώ άνθη για κάποια τελετή αρχ. 1. (για τις μέλισσες) παίρνω το μέλι από τα λουλούδια 2. είμαι ανθοφόρος, προσκομίζω ως ιέρεια λουλούδια στους θεούς 3. είμαι… …   Dictionary of Greek

  • ανθοφορώ — ησα, ημένος, έχω πάνω μου ή παράγω άνθη: Ήταν άνοιξη και τα δέντρα ανθοφορούσαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνθοφόρῳ — ἀνθοφόρος bearing flowers masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άνθος — Βασικό τμήμα κάθε φυτού, αν και υπάρχουν φυτά που δεν ανθοφορούν.Λέγεται και λουλούδι. Το ά. είναι το μέρος του φυτού που περιέχει τα όργανα της εγγενούς αναπαραγωγής· κατά κανόνα είναι το πιο όμορφο, το πιο φανταχτερό και το πιο ευωδιαστό μέρος… …   Dictionary of Greek

  • ανθίζω — (AM ἀνθίζω) νεοελλ. 1. (για φυτά) βγάζω άνθη, ανθοφορώ, είμαι γεμάτος λουλούδια 2. είμαι στην άνθησή μου, ακμάζω 3. ανθίζουμαι μυρίζομαι κάτι, υποπτεύομαι, διαισθάνομαι, καταλαβαίνω αρχ. 1. σκορπίζω άνθη, στολίζω με άνθη 2. καλλωπίζω διακοσμώ 3.… …   Dictionary of Greek

  • αφίημι — ἀφίημι (AM) 1. παύω να κρατώ ή να έχω κάτι, αφήνω 2. επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι, ανέχομαι 3. απαλλάσσω, συγχωρώ αρχ. Ι. 1. ρίχνω, βάλλω, εξακοντίζω 2. (για υγρά) αφήνω κάτι να κυλήσει, να ρεύσει 3. (για ζωντανούς οργανισμούς) αποβάλλω,… …   Dictionary of Greek

  • μπουμπουκιάζω — [μπουμπούκι] 1. (για φυτό) βγάζω μπουμπούκια, αρχίζω να ανθοφορώ 2. μτφ. είμαι σε νεαρή ηλικία, είμαι σε άνθηση …   Dictionary of Greek